Ξύπνησε στις 8 ακριβώς. Σύρθηκε
μέχρι το μπάνιο και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Κατέβασε αδέξια την πιζάμα
της και άδειασε όλο το κρασί που είχε ρουφήξει το προηγούμενο βράδυ στη λεκάνη
της τουαλέτας. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και προσπάθησε να στρώσει μάταια τα
μπλεγμένα της μαλλιά. Μπορεί να έκλεινε τα 27 αλλά ένιωθε τουλάχιστον 40
βλέποντας τη σκοτεινή της αντανάκλασή στον καθρέφτη.
Τότε είδε το σκούρο μπεζ λεκέ στη
μπανιέρα. Μάζεψε τα μανίκια και άρχισε να ψάχνει τη χλωρίνη. Τη βρήκε στο κάτω
κάτω ντουλάπι δίπλα στο azax.
Έσκυψε και άρχισε να τρίβει με μανία το λεκέ που έπιανε δυσανάλογα μεγάλο
κομμάτι απ’ ότι θα έπρεπε. Συνέχισε να
τρίβει μέχρι που μούλιασαν τα χέρια της
και άρχισαν να πονάνε. Πέταξε το σφουγγάρι στην γωνία και προσπάθησε να
ξαναστρώσει τα μαλλιά της.
Μπήκε στην κουζίνα και άναψε την
καφετιέρα. Πάντα έβαζε νερό και καφέ το προηγούμενο βράδυ ώστε να έχει να
πατήσει μόνο το κουμπί το πρωί. Πάτησε το on και άρχισε να σκουπίζει τον πάγκο που
ήταν γεμάτος αποτσίγαρα και σταγόνες κρασί. Έπιασε την πράσινη κούπα από το
ράφι με τα πλυμένα και τη γέμισε μέχρι το χείλος της με αχνιστό καφέ. Έβγαλε τα
πατημένα lucky strike από την τσέπη της και άναψε ένα.
Με τον καφέ και το τσιγάρο στο
χέρι μπήκε στο σαλόνι, έκανε στην άκρη τις εφημερίδες από τον καναπέ και κάθισε
στην αριστερή του πλευρά. Συνήθως άνοιγε το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση αλλά
σήμερα έμεινε να απολαμβάνει την ησυχία κοιτώντας την κλειστή τηλεόραση και
ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ήταν
η μέρα που θα ερχόταν. Έπρεπε να είναι έτοιμη. Έσβησε το τελευταίο τσιγάρο στη
μέση και σηκώθηκε.
Έβγαλε τη ζακέτα, τη μπλούζα και
το παντελόνι της που αμέσως σχημάτισαν ένα κουβάρι στο πάτωμα και μπήκε στο
ντουζ. Το κρύο νερό που έπεσε με πίεση στο πρόσωπό της την ξύπνησε περισσότερο
απ’ ότι είχε καταφέρει ο διπλός εσπρέσο. Έτριψε με δύναμη το πρόσωπό της και
στη συνέχεια τα κοντοκουρεμένα της μαλλιά. Τα πλακάκια του μπάνιου γέμισαν νερό
και σαπουνάδα αλλά ο μπεζ λεκές δεν έλεγε να φύγει τελείως. Άρχισε να τρίβει
κάθε πιθαμή του σώματος της ενώ το παγωμένο νερό εισέβαλε σε κάθε πόρο της.
Ξέβγαλε τα μαλλιά της και τυλίχτηκε με μια τεράστια μπλε πετσέτα. Η ώρα είχε
πάει 9 μιση.
Με αργά σχεδόν τελετουργικά
βήματα μπήκε πάλι στο σαλόνι. Πέταξε την πετσέτα στη στοίβα που είχαν
σχηματίσει τα ρούχα της και στερέωσε ένα φύλλο εφημερίδας που είχε ξεκολλήσει από το τζάμι. Στέγνωσε τα μαλλιά της προσπαθώντας να
συμμαζέψει παράλληλα το ξύλινο σύνθετο. Γρήγορα φόρεσε το αγαπημένο της τζιν
και ένα μαύρο πλεκτό πουλόβερ που αμέσως αισθάνθηκε ξένο πάνω στο γυμνό της
δέρμα. Μετέφερε τα πεταμένα ρούχα στην κρεβατοκάμαρά της, έβαλε για δεύτερη
φορά την καφετιέρα να δουλεύει. Γέμισε την ίδια κούπα για άλλη μια φορά και μόλις
κάθισε πάλι στην αριστερά πλευρά του καναπέ χτύπησε το κουδούνι.
Σηκώθηκε απότομα και με
βεβιασμένες κινήσεις ίσιωσε το παντελόνι και τα μαλλιά της. Έφτασε στην πόρτα και την άνοιξε. Το ξαφνικό φως την
τύφλωσε ενώ το σκοτάδι του χώρου ξάφνιασε τον νεαρό άντρα. Χωρίς να ανάψει το
φώς υπέγραψε στο ροζ κουτάκι, πήρε στα χέρια της το χαρτονένιο κουτί και
μουρμούρισε ένα αδιάφορο καλημέρα. Έκλεισε την πόρτα και κάθισε στο πάτωμα.
Άρχισε να σκίζει κομμάτια χαρτόνι
και να πετάει φελιζόλ δεξιά και αριστερά. Το πρώτο εξώφυλλο έκανε την εμφάνισή
του. Τρία κομμάτια φελιζόλ μετά ξεπρόβαλλε το δεύτερο. Πέταξε όλα τα πράγματα
που φόρτωναν τον καναπέ και το τραπεζάκι στο πάτωμα και άρχισε να τα απλώνει το
ένα δίπλα στο άλλο. Όταν και τα 10 βινύλια είχαν βγει από το κουτί μετέφερε το
πικ- απ και συνέδεσε τα ηχεία. Έβγαλε το πρώτο προσεκτικά από τη συσκευασία
του, μετακίνησε τη βελόνα και πάτησε το play.

