Όλα αυτά που δε σου λέω

/ Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012 /

Μετά από μισή ώρα προσπάθειας κατάφερε να σπάσει τον ιμάντα που συγκρατούσε το παράθυρο και να το βγάλει από τη θέση του. Το έσπρωξε μέσα και το άκουσε να σκάει στο πάτωμα με ένα γδούπο. Έβαλε πρώτα το ένα πόδι του στο άνοιγμα και μετά το άλλο.Τέντωσε πρώτα το δεξί και μόλις ένιωσε να βρίσκει πάτημα έσπρωξε το βάρος του προς τα κάτω. Προσγειώθηκε πάνω στο καπάκι της τουαλέτας. Ο χώρος μύριζε φτηνό άρωμα και τσιγαρίλα. Η στοίβα με τα άπλυτα έφτανε μέχρι το ταβάνι ενώ στο ραφάκι πάνω στο νεροχύτη ήταν αραδιασμένα χιλιάδες παλιά καλλυντικά. 
Κόκκινα και φούξ μισοτελειωμένα κραγιόν και σπασμένα μολύβια ματιών. Άρχισε να τα περιεργάζεται πρώτα με τα μάτια και μετά με τα χέρια του μέχρι που γέμισε μουτζούρες και χρώματα. Τα ξανάβαλε στις θέσεις τους όπως πρόχειρα μπορούσε να θυμηθεί, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σαλόνι. Η μυρωδιά της τσιγαρίλας εδώ ήταν πιο έντονη. Σε μερικά σημεία μπλέκονταν και με κάτι άλλο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του μέχρι να προσαρμοστεί στο αχνό φως. Πλησίασε το καθιστικό και κάθισε στη μεγάλη λουλουδάτη πολυθρόνα. Έβαλε τα πόδια του στο τραπεζάκι και άρχισε να ανακατεύει τα περιοδικά που βρίσκονταν πάνω στο τραπεζάκι. Η προσοχή του όμως αποσπάστηκε από μια γκρι μάζα στο πόμολο της απέναντι πόρτας. Σηκώθηκε απότομα παρασύροντας το κάλυμμα της πολυθρόνας που προσγειώθηκε στο πάτωμα. Χωρίς να γυρίσει να το κοιτάξει έφτασε στη γκρι μάζα και την απαγκίστρωσε από το πόμολο.
Έφερε το φόρεμα στο πρόσωπο του και άρχισε να το μυρίζει. Το πήρε στην αγκαλιά του και μετά το τύλιξε γύρω από το λαιμό του σαν κασκόλ. Καθώς έμπαινε στο δωμάτιο ένα πλάσμα πετάχτηκε πάνω του με δύναμη. Άρχισε να το κλοτσάει λυσσασμένα μέχρι που βεβαιώθηκε ότι σταμάτησε να κουνιέται. Άνοιξε τα στόρια του παραθύρου, έσπρωξε με τη μύτη του παπουτσιού του την άψυχη γάτα στην άκρη και άνοιξε την ντουλάπα. Αφού άδειασε όλο της το περιεχόμενο πάνω στο κρεβάτι έμεινε εκεί να κοιτάζει τη μάζα που είχε σχηματιστεί. Μετά από μερικά λεπτά χώθηκε κι αυτός στο κρεβάτι κάτω από τον σωρό με τα ρούχα. Αγκάλιασε μια ροζ σατέν μπλούζα και έβαλε για μαξιλάρι του ένα μαύρο βελουτέ σακάκι. Λάτρευε τη φτήνια του αρώματος που τον τύλιγε. Ήθελε να πνιγεί μέσα σε αυτήν. 
Ενώ άπλωνε ένα αμφιβόλου γούστου λεοπάρ φόρεμα πάνω του, άκουσε τον ήχου του κλειδιού στην πόρτα. Πανικοβλήθηκε. Πετάχτηκε πάνω και άρχισε να πετάει τα ρούχα μέσα στην ορθάνοιχτη ντουλάπα. Τον μεταλλικό ήχο του κλειδιού που γυρίζει διαδέχθηκε ο ήχος της ξύλινης πόρτας που τρίζει στο άνοιγμα. Έμεινε ακίνητος και κράτησε την ανάσα του. Άκουσε τα βήματα της να πλησιάζουν για να αλλάξουν τελικά πορεία την τελευταία στιγμή. Την άκουσε να ψαχουλεύει ένα συρτάρι και να το ξανακλείνει. Ο ήχος της ξύλινης πόρτας ξανακούστηκε και μετά πάλι ο ήχος των κλειδιών. 
Η αναπνοή του επανήλθε στους κανονικούς της ρυθμούς. Πέταξε άτσαλα όλα τα ρούχα μέσα στην ντουλάπα και την κλότσησε για να κλείσει. Σχεδόν τρέχοντας μπήκε στο μπάνιο, πάτησε πάνω στη λεκάνη και έβαλε όλο του το βάρος στα χέρια του. Πέρασε μετά βίας μέσα απ' το μικρό παράθυρο και πάτησε στη σκάλα. Ανέβηκε δύο ορόφους και χώθηκε πάλι σε ένα ίδιας διαμέτρου παράθυρο για να βρεθεί αυτή τη φορά στο δικό του μπάνιο.
Έβγαλε τα ρούχα του και τα πέταξε στο πάτωμα. Με γρήγορες κινήσεις έφτασε στο κρεβάτι του και χώθηκε κάτω από το πάπλωμα. Ο λήθαργος του κράτησε σχεδόν 10 ώρες. Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί έβαλε την καφετιέρα να δουλεύει, έκανε ένα γρήγορο ντουζ και αφού ρούφηξε δυο καυτές γουλιές βρέθηκε στο διάδρομο της πολυκατοικίας. Κάλεσε το ασανσέρ και αφού άκουσε το χαρακτηριστικό γκλινκ άνοιξε την πόρτα του. Μέσα βρισκόταν ήδη μια γυναίκα γύρω στα 50 που φορούσε ένα κακόγουστο λεοπάρ φόρεμα.
-Καλημέρα κυρία Σμιθ, τι κάνετε;
-Πολύ άσχημα. Κάποιος έκανε άνω κάτω το διαμέρισμά μου και χτύπησε τον φουκαριάρη τον πουφ!
-Μα αυτό είναι φριχτό! Ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο;

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Mirto Dimitrakoulia. Από το Blogger.
 
Copyright © 2010 Tales of Jackknife Johnny, All rights reserved
Design by DZignine. Powered by Blogger