
Από μικρό παιδί του άρεσε να παίζει με κούκλες. Τις αράδιαζε, τη μια δίπλα στην άλλη και τους χτένιζε τα μαλλιά. Τρύπωνε στο δωμάτιο της αδερφής του και τις διάλεγε μια μια. Ένοιωθε ότι επιτελεί κάποιου είδους κοινωνικό έργο. Κανείς δεν τις εκτιμούσε όπως αυτός.
Η αγαπημένη του είχε μακριά ξανθά μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση. Ήταν ντυμένη στα ροζ και φορούσε ένα γκρι ζακετάκι και με μεγάλα ροζ σκουλαρίκια. Όταν την έπιανε στα χέρια του ένιωθε πάντα δέος, λες και είχε να κάνει με ένα πλάσμα ζωντανό. Την ακουμπούσε στο μαξιλάρι του, της έστρωνε το φουστάνι και της χάιδευε τα μαλλιά. Πολλές φορές της μιλούσε κιόλας. Ειδικά τα βράδια, όταν όλοι πήγαιναν για ύπνο. Έκλεινε τα μάτια του και τις διηγούνταν πως πέρασε στο σχολείο ενώ εκείνη συνέχισε απλά να τον κοιτάζει με τα υπέροχα χρυσά μαλλιά της να λαμπυρίζουν στο φως της λάμπας. Πέρασε το χέρι του μέσα τους. Και εκείνη ήταν η τελευταία φορά που τα ακούμπησε.
Ξύπνησε απότομα όταν κάποιος την άρπαξε από τα χέρια του. Ο πατέρας του στεκόταν από πάνω και φαινόταν τόσο αγριεμένος. Την πέταξε με δύναμη πάνω στο κρεβάτι και άρχισε να φωνάζει λέξεις που ο μικρός δεν μπορούσε να καταλάβει. Άρπαξε τις κούκλες που αριστοτεχνικά είχε αραδιάσει το προηγούμενο βράδυ στο γραφείο του και άρχισε να τις πετάει στο μπαλκόνι, να τις κλωτσάει και να τις πατάει.
Εκείνη τη στιγμή η Δανάη φάνηκε στην πόρτα με τις χνουδωτές της πιτζάμες. Βλέποντας τις κούκλες της στο πάτωμα άρχισε πρώτα να τσιρίζει και μετά να κλαίει. Πρόσεξε την κούκλα που είχε ξεχαστεί στο κρεβάτι και τη στιγμή που πήγε να την αρπάξει στα μικρά της χεράκια την πρόλαβε. Την έσφιξε όσο τίποτε άλλο στην αγκαλιά του. Και τότε αρχίσανε να κλαίνε και τα δύο μαζί.
Ο πατέρας τα χασε βλέποντας τα δυο παιδιά του να κλαίνε μαζί. Κάθισε στο πάτωμα με τα χέρια στο πρόσωπό του και άρχισε κι αυτός να σιγοκλαίει. Έμεινε έτσι για τουλάχιστον είκοσι λεπτά όταν ξαφνικά σηκώθηκε από το πάτωμα. Άρπαξε το ψαλίδι από το γραφείο και πλησίασε τους μπόγους που είχαν τα δυο τους σχηματίσει στο κρεβάτι.
Τράβηξε μια ψαλιδιά και χραπ, τα χρυσά μαλλιά της κούκλας βρέθηκαν στο πάτωμα.
Ξύπνησε απότομα όταν κάποιος την άρπαξε από τα χέρια του. Ο πατέρας του στεκόταν από πάνω και φαινόταν τόσο αγριεμένος. Την πέταξε με δύναμη πάνω στο κρεβάτι και άρχισε να φωνάζει λέξεις που ο μικρός δεν μπορούσε να καταλάβει. Άρπαξε τις κούκλες που αριστοτεχνικά είχε αραδιάσει το προηγούμενο βράδυ στο γραφείο του και άρχισε να τις πετάει στο μπαλκόνι, να τις κλωτσάει και να τις πατάει.
Εκείνη τη στιγμή η Δανάη φάνηκε στην πόρτα με τις χνουδωτές της πιτζάμες. Βλέποντας τις κούκλες της στο πάτωμα άρχισε πρώτα να τσιρίζει και μετά να κλαίει. Πρόσεξε την κούκλα που είχε ξεχαστεί στο κρεβάτι και τη στιγμή που πήγε να την αρπάξει στα μικρά της χεράκια την πρόλαβε. Την έσφιξε όσο τίποτε άλλο στην αγκαλιά του. Και τότε αρχίσανε να κλαίνε και τα δύο μαζί.
Ο πατέρας τα χασε βλέποντας τα δυο παιδιά του να κλαίνε μαζί. Κάθισε στο πάτωμα με τα χέρια στο πρόσωπό του και άρχισε κι αυτός να σιγοκλαίει. Έμεινε έτσι για τουλάχιστον είκοσι λεπτά όταν ξαφνικά σηκώθηκε από το πάτωμα. Άρπαξε το ψαλίδι από το γραφείο και πλησίασε τους μπόγους που είχαν τα δυο τους σχηματίσει στο κρεβάτι.
Τράβηξε μια ψαλιδιά και χραπ, τα χρυσά μαλλιά της κούκλας βρέθηκαν στο πάτωμα.
Βλέποντάς τη ξαπλωμένη στο κρεβάτι τόσο γαλήνια του θύμισε εκείνη ακριβώς την κούκλα. Τα ξανθά της μαλλιά έλαμπαν στο πρωινό κυριακάτικο φως. Συνέχισε να μαζεύει τα πράγματά του με μηχανικές κινήσεις. Άδειασε πρώτα τη ντουλάπα και μετά πέρασε στα συρτάρια του γραφείου. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν θα ξεχάσει κάτι. Και τότε το βλέμμα του έπεσε στο ψαλίδι.
Το κοίταξε καλά καλά. Το έπιασε στα χέρια του. Για δευτερόλεπτα η λεπίδα του λαμπύρισε στο φως. Έκλεισε τη βαλίτσα του και πλησίασε στο κρεβάτι. Με μια κίνηση βρέθηκε από πάνω της με το ψαλίδι στο χέρι.
Τρόμαξε. Ξαφνιάστηκε. Προσπάθησε να τον πετάξει από πάνω της. Σπαρταρούσε σαν το ψάρι και κλωτσούσε όπου βρει. Έκανε μια μάταιη προσπάθεια να μετακινήσει τα χέρια της που είχαν βουλιάξει κάτω απ' το βάρος του. Την έπιασε απ' το λαιμό για να σταματήσει να κουνιέται και πέρασε το άλλο χέρι του μέσα από τα μαλλιά της.
Εκείνη σταμάτησε να σπαρταράει και έμεινε τελείως ακίνητη. Παραδόθηκε στη μοίρα της. Και τότε το ψαλίδι βυθίστηκε στο χρυσό. Με μια δυο γρήγορες ψαλιδιές οι πρώτες τούφες έπεσαν πρώτα στο κρεβάτι και μετά στο πάτωμα.
Το κοίταξε καλά καλά. Το έπιασε στα χέρια του. Για δευτερόλεπτα η λεπίδα του λαμπύρισε στο φως. Έκλεισε τη βαλίτσα του και πλησίασε στο κρεβάτι. Με μια κίνηση βρέθηκε από πάνω της με το ψαλίδι στο χέρι.
Τρόμαξε. Ξαφνιάστηκε. Προσπάθησε να τον πετάξει από πάνω της. Σπαρταρούσε σαν το ψάρι και κλωτσούσε όπου βρει. Έκανε μια μάταιη προσπάθεια να μετακινήσει τα χέρια της που είχαν βουλιάξει κάτω απ' το βάρος του. Την έπιασε απ' το λαιμό για να σταματήσει να κουνιέται και πέρασε το άλλο χέρι του μέσα από τα μαλλιά της.
Εκείνη σταμάτησε να σπαρταράει και έμεινε τελείως ακίνητη. Παραδόθηκε στη μοίρα της. Και τότε το ψαλίδι βυθίστηκε στο χρυσό. Με μια δυο γρήγορες ψαλιδιές οι πρώτες τούφες έπεσαν πρώτα στο κρεβάτι και μετά στο πάτωμα.
